Αν αναλογιστούμε το διάστημα των έξι δεκαετιών το οποίο μεσολαβεί από το μεγαλύτερο σεισμό στη σύγχρονη ιστορία την Ευρώπης που έπληξε τη Σαντορίνη το 1956, μεγέθους 7,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, αφήνοντας πίσω του ερείπια, θάνατο, φτώχεια, πείνα, πόνο και εγκατάλειψη, μέχρι τις επαναλαμβανόμενες διεθνείς διακρίσεις που είχαν γίνει δεδομένες και συνήθεια και τα τουριστικά ρεκόρ που ξεπερνιούνταν το ένα μετά το άλλο, άλλοι θα εκπλαγούν με το σύντομο του χρόνου, άλλοι θα το θεωρήσουν φυσιλογικό, άλλοι θα “δούν” να περνούν μπροστά από τα μάτια τους οι δεκαετίες κάθε μια με τα χαρακτηριστικά της, κι άλλοι θα αναρωτηθούν για την εξέλιξη και το μέλλον της Σαντορίνης.

Η αλήθεια πάντως είναι πως δεν υπάρχει αντίστοιχο μέρος της γης που σε διάστημα 60 περίπου χρόνων από την απόλυτη καταστροφή, την πείνα και τη φτώχεια να γνωρίσει την παγκόσμια προβολή, καταξίωση και τον πλούτο βρισκόμενο σταθερά τα τελευταία χρόνια στους κορυφαίους ταξιδιωτικούς προορισμούς του πλανήτη. Ακόμη και με μια απλή σκέψη, χωρίς ανάλυση και εμβάθυνση, πρόκειται για ένα θαύμα δύσκολο να συλλάβει κανείς σε όλη του την έκταση. Κι όμως αποτελεί γεγονός που πολλοί απο τους κατοίκους του όμορφου και παγκοσμίως δημοφιλούς νησιού μας έχουν βιώσει σε κάθε στάδιό του, σε όλη του την εξέλιξη και διαδρομή. Και δεν ήταν εύκολο. Ούτε ανώδυνο. Ούτε αναμενόμενο, αλλά ούτε και αντιληπτό, κατα τη διάρκεια της εξέλιξής του, και με αυτό θέλω να πω πως πολλούς από τους νεωτερισμούς και τις καινοτομίες του νησιού, τις ανακάλυπταν με έκπληξη αλλά και απορία οι “ντόπιοι”. Όχι και μικρό πράγμα για τη μικρή, ταλαιπωρημένη και σκληραγωγημένη κοινωνία ενός μικρού και μάλλον απομονωμένου σε σχέση με τα υπόλοιπα του συμπλέγματός του, μικρού νησιού, παραγνωρισμένου για τον ιστορικό και γεωλογικό του πλούτο μέχρι τότε.

Αν επιχειρούσε κανείς με σημείο μηδέν τον καταστροφικό σεισμό στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα να προσδιορίσει στα βασικά χαρακτηριστικά τους τις δεκαετίες που πέρασαν μέχρι το μικρό και πάμφτωχο νησί να εξελιχθεί σε διεθνή ταξιδιωτικό προορισμό υψηλού επιπέδου, θα μπορούσε να δεί μέχρι το τέλος του εξήντα το αργό και επώδυνο κλείσιμο των μεγάλων πληγών του σεισμού αλλά και την αρχή του τέλους του έντονου μεταναστευτικού ρεύματος προς την Αθήνα στην αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, το εβδομήντα ως το σημείο καμπής, όπου η ζωή αρχίζει να συγχρονίζεται με τις ανάγκες στις υποδομές και στην καθημερινότητα με αυτές της υπόλοιπης Ελλάδας ενώ τα πρώτα δείγματα της τουριστικής επισκεψιμότητας ήταν ήδη ορατά, με τη Σαντορίνη να “κάνει τη διαφορά” σε σχέση με τα άλλα ελληνικά νησιά, δίνοντας δειλά δειλά αλλά με σιγουριά το στίγμα της μοναδικότητάς της και της άγριας ηφαιστειακής ομορφιάς της σε συνδυασμό με την πλουσιότατη ιστορία της. Απο κεί και πέρα, το νερό είχε μπεί στο αυλάκι, το οποίο έγινε χείμαρρος.
Τη δεκαετία του ογδόντα με τους κατοίκους να έχουν επισκευάσει, βελτιώσει και ξεκινήσει να χτίζουν νέα σπίτια, με τις υποδομές του νησιού να επαρκούν για τις ανάγκες των κατοίκων και των επισκεπτών των  καλοκαιρινών μηνών δείχνοντας όμως σαφώς οτι θα χρειάζονταν ενίσχυση, και με τα πρώτα και αξέχαστα rooms to let να κάνουν την εμφάνισή τους  μαζί με ένα σωρό νέες λέξεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές να εμπλουτίζουν την καλοκαιρινή καθημερινότητα των κατοίκων – επιχειρηματιών πλέον του νησιού, όπως αυτής της “άγρας πελατών” και των πρώτων εικόνων συνωστισμού στο νησί, που αλλού; στον Αθηνιό, στην πλατεία και στα σοκάκια των Φηρών και στα ΚΤΕΛ.. Τη δεκαετία αυτή, πολλοί είδαν οτι το νησί “παίρνει κεφάλι”, “μπαίνει μπροστά”, “ανοικοδομείται” και προσανατολίζεται οικονομικά στον τουρισμό, μπαίνοντας στη διαδικασία να δημιουργήσουν κι αυτοί τις υποδομές ή υπηρεσίες στον τουριστικό χάρτη του νησιού που τότε σχεδιαζόταν, με τα μέσα και την πρακτικότητα μιας εποχής που συγχωρούσε και ανεχόταν κάθε τι, με τον τουρισμό να μην διέπεται από επαγγελματικούς κανόνες μη όντας ακόμη βιομηχανία αλλά μια μάλλον επωφελής φιλοξενεία.
Όπως ήταν αναμενόμενο, το ενενήντα μπήκε πιο δυναμικά. Η Σαντορίνη είχε κλείσει τις πληγές της, οι κάτοικοι είχαν αποκτήσει βιοτικό επίπεδο ίσο και μεγαλύτερο από αυτό των κατοίκων των αστικών κέντρων, πολλοί εσωτερικοί μετανάστες σκέφτονταν την επιστροφή και την επένδυση στον τουρισμό, κι άλλοι έθεταν ήδη τις βάσεις για κάποια “δωμάτια”. Η τουριστική κίνηση αυξανόταν, ο επαγγελματισμός και η εξειδίκευση στα τουριστικά επαγγέλματά και την παροχή υπηρεσιών γινόταν ακόμη σε μεγάλο βαθμό καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας εμπειρικά, ενώ παράλληλα ξεκινούσαν και τα πρώτα “σεμινάρια”. Μαζί με αυτά, στο δημόσιο λόγο εμφανίστηκαν τα πρώτα “παράπονα” σχετικά με τη διαχείριση του τουρισμού και τις παροχές και υποδομές του νησιού που παγίως υστερούσαν των αναγκών του, αλλά και κυρίως της φήμης του η οποία ξεκινούσε να λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις σε όλο τον κόσμο, με το όνομα “Σαντορίνη” να εξελίσσεται στο γνωστό πια σε όλους μας, δυναμικό και ασυναγώνιστο “brand name”. Κάπου εκεί, το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου της Σαντορίνης, “ανέβηκε στο τραίνο” του τουρισμού, κατανόησε για τα καλά τη σύγχρονη πραγματικότητα του νησιού και συντονίστηκε στις τουριστικές ανάγκες που είχαν διαμορφωθεί και εξελίσσονταν. Σε μεγάλο βαθμό η Σαντορίνη πέτυχε επειδή οι άνθρωποί της αναγνώρισαν τις εγχώριες και διεθνείς τάσεις, υπάκουσαν με συνέπεια στους κανόνες, συμβιβάστηκαν και υποστήριξαν τη νέα πραγματικότητα καταφέρνοντας ως αυτοδίδακτοι να δημιουργήσουν το πλαίσιο και τους κανόνες του επαγγελματικού τουρισμού. Από εκεί και πέρα, το νησί είχε το όνομα, την εικόνα και τα βασικά χαρακτηριστικά του τουρισμού του διαμορφωμένα, κι ήταν αυτά τα οποία γιγαντώθηκαν σε βαθμό που ελάχιστοι περίμεναν τις επόμενες δεκαετίες.
Τη δεκαετία του 2000 η Σαντορίνη “μεγάλωνε” και ο τουρισμός της ενηλικιωνόταν κουβαλώντας αρκετά από τα σημάδια των παιδικών ασθενειών της κάποιες από τις οποίες δύσκολα ξεπέρασε, ενώ μεγενθύνονταν και τα προβλήματά της με τη μεγάλη διάσταση να εντοπίζεται ανάμεσα στον ελάχιστο, αδύναμο και αργοκίνητο δημόσιο τομέα και τις νοοτροπίες του, και τον δυνατό και ασφυκτικά δυναμικό ιδιωτικό που λές και ήθελε να αποδείξει οτι τα πάντα είναι δυνατά σε τούτο το κομμάτι της γής. Τη δεκαετία αυτή η Σαντορίνη χτίστηκε τόσο που νομίζαμε οτι δεν αντέχει άλλο (!), αυξήθηκαν τα αυτοκίνητα αλλά όχι και οι δρόμοι της, απέκτησε επαγγελματισμό, εργαζόμενους για “σεζόν” που χαίρονταν τις δουλειές τους αλλά όχι ακόμη δυσαρεστημένους “σεζονίστες” και βέβαια απέκτησε εκατομμύρια επισκέπτες γοητευμένους απο την ομορφιά της και ερωτευμένους μαζί της, που δεν έβλεπαν την ώρα να επιστρέψουν στο νησί, διαφημίζοντας παντού τις καλές τους εντυπώσεις και εμπειρίες.
Η τελευταία δεκαετία, γιατί θα παραλείψουμε για ευνόητους λόγους τα δυό χρόνια του κορονοϊού αλλά και τον φετινό “recovery”, μοιάζει να έκανε στη Σαντορίνη αυτό που μάλλον περίμεναν οι λιγότεροι, κι αν όχι ολόκληρη η δεκαετία, τότε σίγουρα το δεύτερο μισό της. Αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσουμε τον όρο “υπερτουρισμός” που ορίζει και περιλαμβάνει αυτά που “έπαθε” και συνέβησαν στη Σαντορίνη ως αποτέλεσμα του κακού συνδυασμού πληθώρας λόγων, κι αποφεύγουμε γιατί ο όρος υστέρησε σε χρήση των όσων νωρίτερα συνέβησαν με αποτέλεσμα να μην γίνει κατανοητός εννοιολογικά και να παρεξηγηθεί, θα λέγαμε οτι στο δεύτερο μισό της περασμένης δεκαετίας η Σαντορίνη εμφάνισε τα πρώτα πρόωρα σημάδια γήρανσης και μάλιστα πρόωρης. Το “μεγάλωμα” της Σαντορίνης μπορεί να μην έγινε απότομα αλλά εν πολλοίς έγινε άναρχα, αδιάφορα και “εν κρυπτώ”. Χωρίς κανόνες. Χωρίς σεβασμό στους κανόνες που υπήρχαν, με πονηριά εκεί όπου δεν υπήρχαν, και με αδιαφορία και κουτοπονηριά έναντι όσων προσπαθούσαν να τους υπερασπιστούν. Η Σαντορίνη όχι μονο είχε αλλά και εμφάνιζε σοβαρά προβλήματα τα οποία αφενός δεν είχε την ομόνοια, ομοψυχία, κοινή λογική αλλά και δύναμη να αντιμετωπίσει μόνη της, κι αφετέρου έμοιαζε αφημένη σε ένα δρόμο στο άγνωστο και χωρίς επιστροφή. Όλα της τα “μεγάλα προβλήματα” ήταν ανοιχτά και άλυτα χωρίς κάν ορατές, προγραμματισμένες και δρομολογημένες λύσεις, με την επισκεψιμότητά της παράλληλα να μεγενθύνεται ανεξέλεγτα και τις υποδομές της αλλά και τις ανθρώπινες αντοχές της να αδυνατούν να αντέξουν και να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις ανάγκες και το φόρτο. Σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Η Σαντορίνη των αναγκών και των άλυτων προβλημάτων.. Τεράστια μεγέθη, ποικίλες ανάγκες, μεγάλες απαιτήσεις, δυσανάλογα δηλαδή αιτήματα σε αυτά που είχε αλλά και μπορούσε να δώσει το νησί. Το διάστημα αυτό, τα τελευταία χρόνια, τα προ κορονοϊού, η Σαντορίνη έμοιαζε παραδομένη και αφημένη στις απαιτήσεις, ανάγκες και ορέξεις κυριολεκτικά κάθε ιδέας. Η κατάσταση αυτή βέβαια, δεν ταλαιπωρούσε μονο τους κατοίκους και εργαζόμενους του νησιού, αλλά εξέπληττε και απογοήτευε τους επισκέπτες του, που δεν δίσταζαν να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους δια ζώσης αλλά και “ψηφιακά”. Το φαινόμενο που έτεινε να γίνει μαζικό δεν πέρασε απαρατήρητο αλλά συμπλήρωσε τη “νέα εικόνα” που δημιουργούνταν για το νησί, θορυβώντας για πρώτη φορά τόσο έντονα τους επαγγελματίες του. Οι συζητήσεις για τη δύσκολη καθημερινότητα αλλά και οι δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον ήταν καθημερινό φαινόμενο στο οποίο λίγο εως πολύ όλοι είχαν κάτι να πουν ή να συμπληρώσουν. Οι δυσοίωνες προβλέψεις και η ταλαιπωρία όμως, δεν έδειχναν να πτοούν νέα, και μάλιστα όλο και μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχέδια. Πως είναι δυνατό; Πως συνδυάζεται και τι προοπτικές έχει αυτό; Πολύ πιθανό σε κάποιους να λειτούργησε και ως κινητήρια δύναμη. “Αν μπεί κάπου τέλος, ας προλάβουμε να είμαστε οι τελευταίοι”, μάλλον σκέφτηκαν αρκετοί, απ ότι φαίνεται από τις άδειες για χιλιάδες νέα ξενοδοχειακά κρεβάτια.. Κάπως έτσι, βρήκε το νησί μας ο κορονοϊός και το σταμάτημα σε πολύ μεγάλο βαθμό της τουριστικής δραστηριότητας. Δυό χρόνια χωρίς κόσμο, αλλά δυστυχώς και χωρίς μακροπρόθεσμες λύσεις, αλλά και ειλικρινείς συζητήσεις για το που είμαστε, τι είμαστε αλλά και τι θέλουμε. Για ακόμη μια φορά, μοιάζει οι κανόνες να υπηρετούν ετερόκλητες επιθυμίες..

Ολοκληρώνοντας αυτή τη μικρή και επιγραμματική αναδρομή στην εξέλιξη του νησιού στη σύγχρονη ιστορία του, μοιάζει να βρισκόμαστε σε ένα νέο “σημείο μηδέν”, σε μια νέα αφετηρία και σημείο εκκίνησης, φτάνει όμως να το δούμε ως τέτοιο και με ειλικρίνεια να προσδιορίσουμε και να υπηρετήσουμε το μέλλον που θέλουμε για το νησί μας, ώστε αν μη τι άλλο οι ζωές μας να συνεχιστούν ως αποτέλεσμα σαφών, συγκεκριμένων και εις γνώση μας επιλογών, κι όχι τυχαιότητας και αδυναμίας να δούμε, να προσδιορίσουμε, να ζητήσουμε αλλά και απαιτήσουμε το μέλλον που θέλουμε.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.